Του Στάθη Γ. Αραποστάθη
Στη ΔΙΔΕ Ανατολικής Αττικής φαίνεται πως έχει διαμορφωθεί μια ιδιαίτερη αντίληψη για το τι ακριβώς κάνει ένας εκπαιδευτικός. Σύμφωνα με αυτήν, μάλλον δεν χρειάζεται να διδάσκει, να προετοιμάζει μαθήματα, να διορθώνει, να αξιολογεί και να ασχολείται ουσιαστικά με τους μαθητές του. Χρειάζεται κυρίως να είναι διαθέσιμος για να εκπληρώνει διαρκώς νέες διοικητικές επιταγές, πολλές από αυτές χωρίς σαφή παιδαγωγική ή υπηρεσιακή αναγκαιότητα.
Η εικόνα του εκπαιδευτικού-υπαλλήλου γραφείου συναντά έτσι την αστείρευτη παραγωγή υποχρεώσεων. Κάθε τόσο εμφανίζεται και κάτι καινούργιο, που φορτώνεται στο ήδη ασφυκτικό πρόγραμμα, λες και ο χρόνος των εκπαιδευτικών είναι ένα ανεξάντλητο διοικητικό απόθεμα.
Κι όλα αυτά ενώ τα σωματεία των εκπαιδευτικών θέτουν εδώ και χρόνια ως πάγιο αίτημα την περαιτέρω μείωση του διδακτικού ωραρίου. Οι 23 διδακτικές ώρες δεν είναι απλώς ένας αριθμός σε ένα ωρολόγιο πρόγραμμα. Πίσω από κάθε διδακτική ώρα υπάρχει προετοιμασία, πνευματική εργασία, αξιολόγηση, διορθώσεις και σχεδιασμός, μεγάλο μέρος των οποίων μεταφέρεται τελικά εκτός σχολείου και συχνά στο σπίτι. Η πραγματική εργασία του εκπαιδευτικού δεν τελειώνει όταν χτυπήσει το κουδούνι.
Και μέσα σε αυτή την πραγματικότητα, η διοικητική πίεση και η προσφυγή σε ΕΔΕ εναντίον εκπαιδευτικών δημιουργούν ένα κλίμα που δεν έχει καμία σχέση με την εμπιστοσύνη και τον σεβασμό που θα έπρεπε να χαρακτηρίζουν την εκπαιδευτική διοίκηση.
Αλήθεια, κύριοι της ΔΙΔΕ Ανατολικής Αττικής, γιατί επιλέγετε να αντιμετωπίζετε με αυτόν τον τρόπο τους εκπαιδευτικούς; Γιατί επιμένετε σε πρακτικές που απαξιώνουν το έργο και την επαγγελματική τους υπόσταση; Γιατί αυτό υποστηρίζουν οι διευθυντές των σχολικών μονάδων: ότι οι συγκεκριμένες οδηγίες προέρχονται από εσάς.
Αν πράγματι πρόκειται για οδηγίες της ΔΙΔΕ, τότε οφείλετε να τις αναλάβετε δημόσια και να εξηγήσετε τη νομιμότητα και τη σκοπιμότητά τους. Αν όχι, τότε οφείλετε να ξεκαθαρίσετε δημόσια ότι οι διευθυντές των σχολείων δεν ενεργούν κατόπιν δικών σας οδηγιών.
Και εδώ υπάρχει ένα απλό αλλά κρίσιμο ερώτημα: όταν μια διευθύντρια σχολικής μονάδας υποστηρίζει ότι ενεργεί επειδή «έτσι είπε ο Μαρίνος», ποια ακριβώς είναι η θέση της ΔΙΔΕ; Πρόκειται πράγματι για οδηγία του Διευθυντή Εκπαίδευσης ή πρόκειται για έναν ισχυρισμό της διευθύντριας που δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα;
Αν πράγματι η συγκεκριμένη οδηγία προέρχεται από τον Διευθυντή Εκπαίδευσης, τότε δεν μιλάμε απλώς για μια μεμονωμένη διοικητική πρακτική. Μιλάμε για μια συγκεκριμένη αντίληψη σχετικά με τον ρόλο του εκπαιδευτικού και τη λειτουργία του σχολείου. Αν, αντίθετα, δεν πρόκειται για οδηγία της ΔΙΔΕ, τότε οφείλουν να δοθούν εξηγήσεις για ποιο λόγο η συγκεκριμένη διευθύντρια επικαλείται τον Διευθυντή Εκπαίδευσης ως πηγή της.
Η εκπαίδευση δεν είναι μια διαδικασία που μπορεί να λειτουργεί αποκλειστικά με όρους διοικητικού ελέγχου, εντολών και αριθμητικών αποτελεσμάτων. Ο εκπαιδευτικός έχει έναν σύνθετο παιδαγωγικό και επιστημονικό ρόλο, που απαιτεί κρίση, ευθύνη, αυτονομία, εμπιστοσύνη και σεβασμό.
Και αυτό δεν είναι απλώς μια άποψη. Το ίδιο το θεσμικό πλαίσιο της εκπαίδευσης θέτει όρια στη διοικητική αυθαιρεσία και αναγνωρίζει τον ιδιαίτερο παιδαγωγικό και επιστημονικό ρόλο του εκπαιδευτικού. Επομένως, η μεταφορά μιας στενά διαχειριστικής λογικής στην εκπαίδευση δεν είναι απλώς προβληματική ως αντίληψη· οφείλει να ελέγχεται και ως προς τη συμβατότητά της με όσα προβλέπει ο νόμος.
Όταν η διοίκηση υποκαθιστά την παιδαγωγική και επιστημονική λογική με τον διαρκή έλεγχο, την επιβολή και τη συμμόρφωση, δεν αναβαθμίζεται η εκπαίδευση. Απαξιώνεται το ίδιο το εκπαιδευτικό έργο.
Πρέπει να τασσόμαστε ξεκάθαρα ενάντια σε πρακτικές εκφοβισμού και διοικητικής αυθαιρεσίας, ιδίως όταν παρουσιάζονται ως δήθεν «όραμα» για την παιδεία.
Γιατί η παιδεία δεν χρειάζεται οραματιστές που τρομοκρατούν τους εκπαιδευτικούς. Χρειάζεται ανθρώπους που τους εμπιστεύονται.
Και, κυρίως, χρειάζεται να θυμόμαστε κάτι πολύ απλό: το σχολείο δεν είναι γραφείο της Διεύθυνσης. Είναι σχολείο.
Τα παραπάνω δεν αφορούν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Αποτυπώνουν μια σειρά από πρακτικές και περιστατικά που σημειώθηκαν κατά το προηγούμενο σχολικό έτος και τα οποία εύλογα προκαλούν ανησυχία για τον τρόπο με τον οποίο θα αντιμετωπιστούν οι εκπαιδευτικοί και κατά τη νέα σχολική χρονιά.
