Είναι γεγονός ότι τα τελευταία χρόνια, η χώρα αποκτά τη δική της μικρή δορυφορική υποδομή. Τι ακριβώς όμως κάνουν, ποιος έχει πρόσβαση στα δεδομένα τους και τι καινούργιο προσφέρουν σε σχέση με τις δυνατότητες που ήδη παρέχει το ευρωπαϊκό Copernicus; Αυτά τα ερωτήματα σκέφτηκα να καλύψω στο εν λόγω άρθρο για όποιον ενδιαφέρεται να έχει μια πρώτη εικόνα.
Από τον Hellas-Sat στους μικροδορυφόρους
Η Ελλάδα είχε τον πρώτο της δορυφόρο ήδη το 2003. Ο Hellas-Sat 2 εκτοξεύθηκε τον Μάϊο εκείνου του έτους και ήταν τηλεπικοινωνιακός δορυφόρος, με αποστολή την παροχή υπηρεσιών δορυφορικών επικοινωνιών και τηλεοπτικών μεταδόσεων. Δεν επρόκειτο, επομένως, για δορυφόρο παρατήρησης της Γης.
Η νέα εποχή των δορυφόρων είναι διαφορετική. Το Εθνικό Πρόγραμμα Μικροδορυφόρων, ενταγμένο στο «Ελλάδα 2.0» και χρηματοδοτούμενο από τον Μηχανισμό Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας της ΕΕ, σχεδιάστηκε για να δημιουργήσει ελληνικές δυνατότητες τόσο στην παρατήρηση της Γης όσο και στις ασφαλείς δορυφορικές επικοινωνίες.
Το βασικό επιχειρησιακό πρόγραμμα προβλέπει τελικά 13 δορυφόρους, οργανωμένους σε κατηγορίες ανάλογα με τα όργανα και τις αποστολές τους.
Αξίζει να σημειωθεί ότι το πρόγραμμα δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό με την έννοια ότι δεν κατασκευάζονται όλα από έναν ελληνικό κρατικό οργανισμό. Αντίθετα, αποτελεί ένα οικοσύστημα συνεργασίας ανάμεσα στο ελληνικό Δημόσιο, την Ευρωπαϊκή Υπηρεσία Διαστήματος (ESA), ελληνικά πανεπιστήμια, ελληνικές εταιρείες και διεθνείς διαστημικές εταιρείες.
Πότε εκτοξεύθηκαν;
Η πρώτη ομάδα του νέου ελληνικού προγράμματος άρχισε να φτάνει σε τροχιά το 2025.
Στις 23 Ιουνίου 2025, από τη βάση Vandenberg Space Force Base στην Καλιφόρνια, εκτοξεύθηκε με Falcon 9 της SpaceX ο DUTHSat-2, ένας ελληνικός CubeSat 6U του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης. Ήταν η πρώτη αποστολή του ελληνικού προγράμματος δορυφορικών αποστολών που υλοποιεί η ESA για λογαριασμό του Υπουργείου Ψηφιακής Διακυβέρνησης.
Στις 28 Νοεμβρίου 2025, από την ίδια αμερικανική βάση, εκτοξεύθηκαν με την αποστολή Transporter-15 της SpaceX δύο ακόμη ελληνικές αποστολές CubeSat, οι MICE-1 και PHASMA, αλλά και δύο επιχειρησιακοί δορυφόροι ραντάρ της ICEYE που αποτελούν το πρώτο επιχειρησιακό σκέλος παρατήρησης της Γης του εθνικού προγράμματος. Οι δύο ICEYE ενσωματώθηκαν από την Exolaunch.
Στις 30 Μαρτίου 2026 ακολούθησαν οι αποστολές PeakSat και ERMIS-3, στο πλαίσιο της ελληνικής προσπάθειας για δορυφορικές οπτικές επικοινωνίες.
Στις 3 Μαΐου 2026 εκτοξεύθηκαν από το Vandenberg οι τέσσερις δορυφόροι του Hellenic Fire System, με Falcon 9 της SpaceX. Πρόκειται για τέσσερα CubeSats που αναπτύχθηκαν από τη γερμανική εταιρεία OroraTech και είναι σχεδιασμένα ειδικά για θερμική παρακολούθηση και ανίχνευση πυρκαγιών.
Την ίδια ημερομηνία εκτοξεύθηκαν επίσης οι δύο CubeSats της αποστολής Hellenic Space Dawn, HELIOS και SELENE, ανεβάζοντας σε σημαντικό αριθμό τις ελληνικές μικροδορυφορικές αποστολές που έχουν πλέον βρεθεί σε χαμηλή γήινη τροχιά.
Ποιοι τους κατασκευάζουν;
Ένα μέρος του οικοσυστήματος αποτελείται από ελληνικά πανεπιστήμια και εταιρείες. Ο DUTHSat-2, για παράδειγμα, αναπτύχθηκε από το Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης, με τη συμμετοχή του Ερευνητικού Κέντρου Αθηνά και των ελληνικών εταιρειών Space Asics και Prisma Electronics. Το ίδιο το CubeSat συναρμολογήθηκε στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.
Το ERMIS αποτελείται από τρεις CubeSats και αναπτύχθηκε από κοινοπραξία με επικεφαλής το Εθνικό και Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Το PeakSat προέρχεται από το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης, ενώ το OptiSat αναπτύσσεται από την Planetek Hellas. Η MICE-1 από την Prisma Electronics και η PHASMA από το Libre Space Foundation. Τα HELIOS και SELENE της Hellenic Space Dawn διαχειρίζονται από την EMTECH SPACE.
Στην άλλη πλευρά βρίσκονται οι πιο επιχειρησιακές αποστολές. Οι δύο δορυφόροι ραντάρ κατασκευάστηκαν από την ICEYE, ενώ οι τέσσερις δορυφόροι του Hellenic Fire System αναπτύχθηκαν από την OroraTech.
Παράλληλα, η Ελλάδα πλέον διαθέτει και δική της υποδομή συναρμολόγησης, ολοκλήρωσης και δοκιμών δορυφόρων, το Hellenic Assembly, Integration and Testing Facility (HAITF), το οποίο τέθηκε σε επιχειρησιακή λειτουργία τον Ιούλιο του 2026. Η υποδομή αυτή αποτελεί σημαντικό βήμα από το «αγοράζουμε/αναπτύσσουμε έναν δορυφόρο» στο «μπορούμε να υποστηρίξουμε ολόκληρο τον κύκλο μιας διαστημικής αποστολής».
Είναι όλοι ήδη σε τροχιά;
Όχι όλοι οι δορυφόροι του συνολικού σχεδιασμού των 13 του Εθνικού προγράμματος Μικροδορυφόρων.
Ένα μέρος των επιχειρησιακών και πειραματικών αποστολών έχει ήδη εκτοξευθεί και βρίσκεται σε χαμηλή γήινη τροχιά. Άλλες αποστολές βρίσκονται σε φάση ενεργοποίησης, δοκιμών ή επιχειρησιακής πιστοποίησης.
Παράλληλα, το πρόγραμμα «Μικροδορυφόροι 2», προϋπολογισμού 350 εκατ. ευρώ, αποτελεί την επόμενη φάση της ελληνικής διαστημικής υποδομής. Το νέο πρόγραμμα προβλέπει εφαρμογές που εκτείνονται από ασφαλείς επικοινωνίες και κβαντική κρυπτογράφηση μέχρι γεωεπισκόπηση, ναυτιλία, τοπογραφία, επιτήρηση συνόρων, πολιτική προστασία και προστασία του περιβάλλοντος.
Επομένως, η ελληνική διαστημική υποδομή βρίσκεται ακόμη σε φάση ανάπτυξης. Δεν έχουμε φτάσει σε ένα «τελικό ελληνικό σύστημα», αλλά σε μια περίοδο κατά την οποία δημιουργείται σταδιακά η υποδομή, οι δορυφόροι, οι επίγειοι σταθμοί και η τεχνογνωσία.
Τι μπορούν να προσφέρουν;
1. Στις Ένοπλες Δυνάμεις και στην εθνική ασφάλεια
Εδώ χρειάζεται προσοχή, ωστέ να μην υπάρχουν παρερμηνείες. Το εθνικό πρόγραμμα έχει σαφή αναφορά σε εθνική ασφάλεια, ασφαλείς επικοινωνίες και επιτήρηση συνόρων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι κάθε δορυφόρος του προγράμματος είναι «στρατιωτικός».
Οι δορυφόροι ραντάρ της ICEYE, για παράδειγμα, μπορούν να παρέχουν εικόνες ανεξάρτητα από το αν είναι ημέρα ή νύχτα και υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Η δυνατότητα αυτή έχει προφανή αξία για παρακολούθηση περιοχών, θαλάσσιων δραστηριοτήτων και κρίσεων. Παράλληλα, οι αποστολές που αναπτύσσουν ασφαλείς οπτικές επικοινωνίες μπορούν να ενισχύσουν την ανθεκτικότητα και την ασφάλεια των δορυφορικών επικοινωνιών. Το ίδιο το πρόγραμμα «Μικροδορυφόροι 2» αναφέρει ως πρωτεύουσες ανάγκες την ασφαλή συνδεσιμότητα, τις τηλεπικοινωνίες και την κβαντική κρυπτογράφηση, με στόχους που περιλαμβάνουν την εθνική ασφάλεια.
Εδώ, όμως, υπάρχει ένα όριο που πρέπει να κρατήσουμε στο άρθρο: δεν είναι δημόσια τεκμηριωμένο κάθε επιχειρησιακό στρατιωτικό use case. Δεν θα ήταν σωστό να παρουσιάσουμε ως δεδομένες συγκεκριμένες δυνατότητες των Ενόπλων Δυνάμεων αν αυτές δεν περιγράφονται δημόσια.
2. Στο ελληνικό Δημόσιο
Εδώ οι εφαρμογές είναι πολύ πιο καθαρές.
Οι ελληνικοί δορυφόροι μπορούν να υποστηρίξουν:
- πολιτική προστασία και αντιμετώπιση φυσικών καταστροφών,
- ανίχνευση και παρακολούθηση πυρκαγιών,
- παρακολούθηση πλημμυρών,
- παρακολούθηση θαλάσσιων και παράκτιων περιοχών,
- χαρτογράφηση και τοπογραφικές εφαρμογές,
- γεωργία,
- περιβαλλοντική παρακολούθηση,
- επιτήρηση συνόρων,
- ναυτιλία και θαλάσσια παρακολούθηση,
- εφαρμογές για την κλιματική προσαρμογή.
Οι τέσσερις δορυφόροι του Hellenic Fire System, για παράδειγμα, έχουν σχεδιαστεί ώστε να ανιχνεύουν και να χαρακτηρίζουν πυρκαγιές με θερμική απεικόνιση. Η ελληνική κυβέρνηση αναφέρει επίσης εφαρμογές σε ύδατα, παράκτιες περιοχές, χρήσεις γης και κλιματική αλλαγή.
Ο DUTHSat-2 έχει σχεδιαστεί για εφαρμογές όπως η ανίχνευση πετρελαιοκηλίδων και η παρακολούθηση της υγρασίας του εδάφους, ενώ η MICE-1 αφορά τη λήψη σημάτων AIS και τη θαλάσσια παρακολούθηση.
Και τι παίρνουν οι επιστήμονες;
Εδώ αρχίζει το πραγματικά ενδιαφέρον κομμάτι.
Οι ελληνικοί CubeSats λειτουργούν σε μεγάλο βαθμό και ως εργαστήρια σε τροχιά.
Το ERMIS, για παράδειγμα, περιλαμβάνει αποστολές για IoT, διαδορυφορικές επικοινωνίες, υπερφασματική απεικόνιση και οπτικές επικοινωνίες. Το ERMIS-3 διαθέτει υπερφασματική κάμερα και πρόκειται να δοκιμάσει τη γρήγορη μετάδοση υπερφασματικών εικόνων από το διάστημα, με πιθανές εφαρμογές στη γεωργία ακριβείας.
Το PeakSat δοκιμάζει οπτικές επικοινωνίες λέιζερ από το διάστημα προς επίγειους σταθμούς. Το PHASMA αφορά ανίχνευση και παρακολούθηση ραδιοσυχνοτήτων, ενώ το Hellenic Space Dawn δοκιμάζει επεξεργασία δεδομένων στο διάστημα, παρατήρηση της Γης, διαδορυφορικές επικοινωνίες και ασφαλείς οπτικές επικοινωνίες.
Άρα το ελληνικό πρόγραμμα δεν είναι μόνο «φωτογραφίζουμε την Ελλάδα».
Είναι επίσης εκπαίδευση ανθρώπων, ανάπτυξη τεχνολογίας και δημιουργία ελληνικής τεχνογνωσίας στην κατασκευή, λειτουργία και αξιοποίηση δορυφόρων.
Και αυτό είναι σημαντικό για έναν γεωγράφο, έναν μηχανικό, έναν επιστήμονα τηλεπισκόπησης ή έναν ερευνητή: το διαστημικό πρόγραμμα δημιουργεί ένα περιβάλλον στο οποίο μπορούν να αναπτυχθούν νέες εφαρμογές.
Και τι παίρνει ο πολίτης;
Εδώ πρέπει να είμαστε περισσότερο προσεκτικοί.
Ο πολίτης δεν αποκτά αυτομάτως πρόσβαση σε όλες τις εικόνες που παράγει ένας ελληνικός δορυφόρος μόνο και μόνο επειδή ο δορυφόρος χρηματοδοτήθηκε από δημόσιους πόρους.
Το καθεστώς πρόσβασης πρέπει να εξεταστεί ανά αποστολή, προϊόν και χρήση. Ιδίως όταν εμπλέκονται εθνική ασφάλεια, επιτήρηση συνόρων ή άλλες ευαίσθητες εφαρμογές.
Αυτό ακριβώς είναι ένα από τα σημεία που διαφοροποιούν το ελληνικό πρόγραμμα από το Copernicus.
Copernicus: το μεγάλο ευρωπαϊκό αντίβαρο
Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει ήδη δημιουργήσει ένα τεράστιο σύστημα παρατήρησης της Γης: το Copernicus.
Οι δορυφόροι Sentinel δεν είναι ένας «ευρωπαϊκός ελληνικός δορυφόρος». Είναι μέρος μιας πολύ μεγαλύτερης υποδομής που παρακολουθεί τη Γη σε παγκόσμια κλίμακα.
Και εδώ υπάρχει μία θεμελιώδης διαφορά φιλοσοφίας.
Τα δεδομένα των Sentinel διατίθενται, κατά κανόνα, δωρεάν, πλήρως και ανοικτά. Το Copernicus αναφέρει ρητά ότι πρόσβαση μπορούν να έχουν όχι μόνο δημόσιες υπηρεσίες και ερευνητικά ιδρύματα αλλά και ιδιώτες και ιδιωτικές επιχειρήσεις. Εξαιρέσεις υπάρχουν κυρίως όταν τίθεται ζήτημα ασφάλειας.
Μάλιστα, το Copernicus Data Space Ecosystem προσφέρει σήμερα δωρεάν πρόσβαση σε τεράστιο όγκο δεδομένων και εργαλεία για αναζήτηση, απεικόνιση, επεξεργασία και ανάλυση.
Αυτό σημαίνει ότι ένας Έλληνας:
- γεωγράφος,
- μηχανικός,
- ερευνητής,
- φοιτητής,
- αγρότης μέσω μιας εφαρμογής,
- επιχειρηματίας,
- προγραμματιστής,
- εκπαιδευτικός,
- ή ακόμη και ένας απλός πολίτης
μπορεί να χρησιμοποιήσει δεδομένα Copernicus χωρίς να χρειάζεται να ανήκει σε κάποια συγκεκριμένη επαγγελματική ειδικότητα.
Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαφορά.
Ελληνικοί μικροδορυφόροι και Copernicus: ανταγωνιστές ή συμπληρωματικοί;
Στην πραγματικότητα, δεν χρειάζεται να είναι ανταγωνιστές.
Το Copernicus προσφέρει μεγάλη κλίμακα, συνέχεια, παγκόσμια κάλυψη και ένα ώριμο οικοσύστημα ανοικτών δεδομένων.
Οι ελληνικοί μικροδορυφόροι μπορούν να προσφέρουν κάτι διαφορετικό: στοχευμένες εθνικές δυνατότητες.
Ένας ελληνικός δορυφόρος μπορεί να σχεδιαστεί εξαρχής για μια συγκεκριμένη ανάγκη: πυρκαγιές, θαλάσσια παρακολούθηση, ασφαλείς επικοινωνίες, συγκεκριμένο φασματικό αισθητήρα ή συγκεκριμένο χρόνο απόκρισης.
Το ερώτημα λοιπόν δεν είναι αν η Ελλάδα πρέπει να διαλέξει μεταξύ Copernicus και δικών της δορυφόρων.
Το ουσιαστικό ερώτημα είναι:
Πόση από την αξία των ελληνικών δορυφόρων θα φτάσει τελικά έξω από τους κλειστούς κύκλους του κράτους και των αναδόχων και θα γίνει ανοικτή γνώση, επιστημονική έρευνα και καθημερινή υπηρεσία για την κοινωνία;
Γιατί η αξία ενός δορυφόρου δεν βρίσκεται μόνο στο να βρίσκεται σε τροχιά.
Βρίσκεται κυρίως στα δεδομένα που παράγει και στους ανθρώπους που μπορούν να τα χρησιμοποιήσουν.
Και εδώ το Copernicus έχει θέσει έναν πολύ υψηλό πήχη: τα δεδομένα του έχουν σχεδιαστεί εξαρχής ως δημόσιο αγαθό, με δωρεάν και ανοικτή πρόσβαση για ένα εξαιρετικά ευρύ οικοσύστημα χρηστών.
Η Ελλάδα τώρα αποκτά τα δικά της «μάτια στο διάστημα». Είναι σημαντικό λοιπόν αυτά τα μάτια να είναι προσβάσιμα σε όλους τους Έλληνες πολίτες, και όχι σε «κλειστά groups» που καπηλεύονται το επίθετο «ελληνικοί». Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν θα δημιουργήσει ταυτόχρονα και ένα πραγματικά ανοικτό οικοσύστημα ανθρώπων που θα μπορούν να κοιτάζουν μέσα από αυτά τα μάτια.
Το geografos.gr ενημερώνει υπεύθυνα τους αναγνώστες του ότι το παρόν άρθρο γράφτηκε με τη χρήση GenAI υπό την καθοδήγηση του αρθρογράφου.
Οριστικοποιήθηκε στις 2/10/2026 21:53.