Ο κύριος άφησε το ξυπνητήρι στην άκρη του κομοδίνου απενεργοποιημένο, συνέχισε να ξαπλώνει και άρχισε σιγά σιγά να τεντώνεται στην προσπαθειά του να ξυπνήσει.
Είχε ξυπνήσει «άτσαλα», με έναν εμφανή εκνευρισμό στο πρόσωπό του, σαν να νιώθει ότι βρίσκεται στην αρχή ενός μονοπατιού χωρίς σαφή προορισμό με τον χάρτη να μην εμφανίζει κάθε πιθανή στροφή και ούτε όλη την διαδρομή.
Φτιάχνει τον καφέ του και κάθεται σε μία καρέκλα στην κουζίνα. Ποιοι μπορεί να είναι όλοι αυτοί; Και γιατί αναμίχθηκε στον καυγά; Τόσο πολύ του άρεσε αυτή η γυναίκα; Ή τόσο πολύ ξαφνικά τον ξύπνησε το αίσθημα ενάντια στην αδικία και στην κακοποίηση;
Εξάλλου σε αυτά τα χρόνια, στη χώρα αυτού του πρωθυπουργού που έχουνε, τα κρούσματα αυτά είναι αμέτρητα. Όπου και να γυρίσεις, όπου και να κοιτάξεις βλέπεις τα αποτυπώματα αυτών των «βουβών βιασμών». Πόσες γυναίκες στα Social Media δείχνουν να έχουν παρόμοια «μπλεξίματα» δηλώνοντας μόνες και έχοντας πλέον την νέα μόδα fanOnly ως πηγή εισοδήματος. Ποιος ξέρει πόσες απο αυτές είναι πραγματικά μόνες ή το κάνουν πραγματικά γιατί «έτσι τους αρέσει». Γιατί δεν έκανε τίποτα για αυτές; Εξάλλου στις μισές από αυτές τις περιπτώσεις έπιανε ένα μέρος του εαυτού του να θέλει να είναι συνδρομητής κι ο ίδιος… Είχε περιέργεια για όλα αυτά.
Φαινότανε όμως ότι το συγκεκριμένο περιστατικό ήταν διαφορετικό. Ένιωθε σίγουρος γι’αυτό, δεν ήταν τυχαίο το αντανακλαστικό του.
Ήταν εμφανές ότι η μοίρα του περνούσε από εκεί. Μόνο που δεν το είχε πει στον ίδιον.
Ο κύριος δεν ένιωθε φοβισμένος, αν και δεν μπλέκει συχνά σε καυγάδες… πόσο μάλλον σε έναν καυγά με νάνους…
Ήταν αποφασισμένος να περπατήσει αυτό το μονοπάτι, χωρίς να ξέρει αν θα είναι για καλό ή για κακό. Εξάλλου όλα τον έσπρωχναν κατά εκεί… δεν είχαν περάσει πολλές μέρες από τότε που εντόπισε σημάδια παραβίασης στο αυτοκίνητό του, με λίγα χιλιόμετρα να έχουν προστεθεί στο κοντέρ, με ύποπτους νανόφιλους να μοιάζουν σαν να καλύπτουν το μυστήριο αυτό μόνο από τον ίδιον. Μέχρι και οι γείτονες ακούγονταν να ψιθυρίζουν και να μιλανε υπέρ των νάνων. Στο σπίτι του δε, τα τρόφιμα είχαν παράξενη γεύση ξαφνικά…
Του φαινότανε περίεργο. Πώς γίνεται να είναι όλοι υπέρ των νάνων; Πώς γίνεται να υποστηρίζουν όλοι αυτούς τους βιαστές; Τι, ήταν μια κακιά στιγμή; Και τους έπιασε στα πράσα; Αποκλείεται… Πώς γίνεται να μοιάζει να είναι ο μόνος που υψώνει ανάστημα; Όταν ο ίδιος δε φημίζεται για αυτές του τις ευαισθησίες; Ποιοι είναι όλοι αυτοί ξαφνικά που έχουν τέτοιο κοινωνικό έρεισμα;
Άνοιξε τον υπολογιστή του, έναν κόκκινου χρώματος, και άρχισε να ψάχνει στο διαδίκτυο για πληροφορίες. Μπόρεσε να βρει, το όνομα της ιδιοκτήτριας του Neon Bar. Βρίσκοντας το όνομα άρχισε να ψάχνει κι άλλο. Υπήρχαν αρκετές πληροφορίες. Μα καλά πώς δεν ήξερε τίποτε για αυτήν πιο πριν; Το Neon Bar ήταν πολυδιαφημισμένο.
Ήξερε τόσα πολλά για τα έργα αυτής. Την ίδια όμως όχι. Αναρωτήθηκε και γι’αυτό. Δεν φαίνεται για γυναίκα που κρύβεται.
Δε μπορούσε να καταλάβει.
Συνέχισε να ψάχνει, κάποια στιγμή στάθηκε σε μερικές πρόσφατες ιστοσελίδες. Σάστισε… τρόμαξε και συλλογίστηκε: «Όχι δε μπορεί, δεν είναι δυνατόν να έχει συμβεί κάτι τέτοιο…»
*Το 5ο κεφάλαιο του παραμυθιού της σύγχρονης Χιονάτης του Neon Bar είναι online με τελική διαμόρφωση στις 20:02 στις 3 του Σεπτέμβρη. Να υπενθυμίσουμε στους αναγνώστες μας ότι πρόκειται για παραμύθι με αληθινές κοινωνικές ανησυχίες.
*Η φωτογραφία οριστικοποιήθηκε το πρωί της 4ης Σεπτεμβρίου.
