Του Στάθη Γ. Αραποστάθη

Εισαγωγή

Το παρόν άρθρο είναι το πρώτο μιας σειράς δημοσιεύσεων που αφορούν ζητήματα διοικητικής λειτουργίας στη δημόσια εκπαίδευση. Αφορμή αποτελούν περιστατικά που έχω παρακολουθήσει από το 2024 μέχρι σήμερα και τα οποία, κατά την άποψή μου, εγείρουν σοβαρά ερωτήματα σχετικά με τη νομιμότητα ορισμένων διοικητικών πρακτικών, τη διαφάνεια των διαδικασιών και τον σεβασμό των δικαιωμάτων των εκπαιδευτικών.

Προς αποφυγή παρερμηνειών, οι αναφορές του παρόντος άρθρου δεν περιορίζονται αποκλειστικά στη ΔΙΔΕ Ανατολικής Αττικής ως διοικητική υπηρεσία. Αφορούν επίσης σε ενέργειες και συμπεριφορές στελεχών της εκπαίδευσης που ασκούν διοικητικά καθήκοντα σε σχολικές μονάδες της αρμοδιότητάς της, όπως διευθυντές σχολείων και άλλα πρόσωπα με θέση ευθύνης. Δεν αφορούν το σύνολο των εκπαιδευτικών ούτε αποδίδουν συλλογική ευθύνη στους λειτουργούς της δημόσιας εκπαίδευσης.

Δεν ισχυρίζομαι ότι κάθε υπηρεσιακό στέλεχος λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. Ούτε ότι κάθε διοικητική απόφαση είναι κατ’ ανάγκη λανθασμένη. Ωστόσο, όταν επαναλαμβάνονται συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς, όταν οι διαδικασίες εμφανίζονται να εφαρμόζονται επιλεκτικά και όταν εκπαιδευτικοί που ζητούν εξηγήσεις ή επιμένουν στην τήρηση των κανόνων βρίσκονται αντιμέτωποι με δυσανάλογες πιέσεις, τότε το ζήτημα παύει να είναι ατομικό και αποκτά ευρύτερη θεσμική διάσταση.

Τι παρατηρείται

Κατά το τελευταίο διάστημα έχουν καταγραφεί περιστατικά που δημιουργούν εύλογες ανησυχίες:

  • καθυστερήσεις ή πλήρης απουσία απαντήσεων σε υπηρεσιακά αιτήματα και επιστολές,
  • διαδικασίες που κινούνται με διαφορετικές ταχύτητες ανάλογα με την περίπτωση,
  • συμπεριφορές που δεν συνάδουν με τον σεβασμό που οφείλει να επιδεικνύει μια δημόσια υπηρεσία προς τους εκπαιδευτικούς,
  • πειθαρχικές ή ελεγκτικές διαδικασίες των οποίων η σκοπιμότητα και η αναλογικότητα γεννούν ερωτήματα.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο η πιθανότητα διοικητικών σφαλμάτων. Τα σφάλματα υπάρχουν σε κάθε οργανισμό. Το πρόβλημα εμφανίζεται όταν η συσσώρευση τέτοιων περιστατικών δημιουργεί την εντύπωση ότι οι διαδικασίες δεν υπηρετούν αποκλειστικά τη νομιμότητα και την εύρυθμη λειτουργία των σχολείων.

Η διάσταση του εκφοβισμού

Το πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι οι πρακτικές αυτές μπορούν να λειτουργήσουν αποτρεπτικά για όσους επιλέγουν να εκφράσουν διαφωνίες ή να επισημάνουν προβλήματα.

Όταν ένας εκπαιδευτικός βλέπει ότι οι ερωτήσεις μένουν αναπάντητες, ότι οι καταγγελίες δεν εξετάζονται με την ίδια ταχύτητα που εξετάζονται άλλες υποθέσεις ή ότι η επίκληση της νομιμότητας αντιμετωπίζεται ως ενόχληση, είναι εύλογο να αναρωτηθεί αν το μήνυμα που εκπέμπεται είναι ότι η σιωπή είναι ασφαλέστερη από τη διαφωνία.

Σε μια δημοκρατική διοίκηση, ο έλεγχος και η κριτική αποτελούν απαραίτητα στοιχεία βελτίωσης. Δεν μπορούν να αντιμετωπίζονται ως απειλή.

Το πολιτικό ζήτημα

Το ζήτημα δεν αφορά μόνο μια υπηρεσία ή ορισμένα πρόσωπα. Αφορά και την πολιτική ευθύνη για τον τρόπο με τον οποίο λειτουργούν οι δημόσιοι θεσμοί.

Μια κυβέρνηση κρίνεται όχι μόνο από τους νόμους που ψηφίζει αλλά και από τη διοικητική κουλτούρα που διαμορφώνει. Εάν οι δημόσιοι λειτουργοί αισθάνονται ότι η τήρηση των διαδικασιών, η διατύπωση αντιρρήσεων ή η αποκάλυψη προβλημάτων μπορεί να τους εκθέσει σε πιέσεις, τότε υπάρχει σοβαρό πρόβλημα λειτουργίας του κράτους δικαίου.

Η δημόσια εκπαίδευση δεν χρειάζεται φόβο. Χρειάζεται επαγγελματισμό, λογοδοσία, σεβασμό και διαφάνεια.

Επίλογος

Σκοπός αυτής της σειράς άρθρων δεν είναι η προσωπική στοχοποίηση κανενός. Είναι η ανάδειξη πρακτικών που, εφόσον συνεχιστούν, υπονομεύουν την εμπιστοσύνη στους θεσμούς και δυσκολεύουν το έργο των εκπαιδευτικών.

Οι πολίτες έχουν δικαίωμα να γνωρίζουν πώς λειτουργούν οι δημόσιες υπηρεσίες. Και οι δημόσιες υπηρεσίες έχουν υποχρέωση να λογοδοτούν όταν οι πράξεις τους δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα.